Αναδημοσίευση από www.iskra.gr

Ξημερώματα Μ. Πέμπτης πέρυσι, (25/04/’19) αναπάντεχα, ξαφνικά, απρόσμενα, μας «αιφνιδίασες»! Μόλις είχες πραγματοποιήσει την τελευταία σου περιοδεία στην λαϊκή αγορά της οδού Φυλής, μαζί με τους συντρόφους σου, «πέταξες» την Κατερίνα μας στο συνεργείο, άνοιξε η καρδιά σου με τον φίλο μας τον Νίκο, τον φαναρτζή, σας κέρασε καφέ και …ΕΦΥΓΕΣ!!!

Δυστυχώς, στην πορεία του χρόνου, όσο «στενεύει ο κύκλος» γύρω μας, συνειδητοποιούμε ότι η κάθε νέα απώλεια, είναι πιο βαριά, πιο οδυνηρή, ίσως γιατί μεγενθύνει την «μοναξιά» μας. Και η δική σου αγαπημένε σύντροφε, είναι τέτοια, πολύ οδυνηρή, πολύ βαριά!
Λένε ότι η απώλεια ενός σημαντικού Ανθρώπου μας κάνει πιο «φτωχούς». Εγώ ξέρω ότι η δική σου απώλεια, δεν θα μας κάνει πιο φτωχούς γενικά μόνο, αλλά στις αγαπημένες μας γειτονιές, στη Δραπετσώνα και το Κερατσίνι, τον Κολωνό, τα Σεπόλια, τον λόφο Σκουζέ, και την Ακαδημία Πλάτωνα, στις «κάτω» γειτονιές δηλαδή, του Πειραιά και της Αθήνας, μας έκανε πολύ φτωχούς.

Ήσουν πάντα εκεί! Καθαρόαιμο παιδί της εργατικής τάξης της Δραπετσώνας, τέκνο και απόγονος, της πιο σκληρής, -μα και της πιο δοκιμασμένης σε απίστευτες δυσκολίες-, γενιάς του μεσοπολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου που «έπεφτε και σηκωνόταν» και «ξανάπεφτε και ξανασηκωνόταν». Τέκνο και απόγονος της γενιάς που κοίταζε μακριά, πέρα και πάνω από τα σύννεφα, που «κατασκεύασε» τα παιδιά της με το ίδιο μίγμα από το οποίο ήταν κι’ αυτή καμωμένη. Τέτοιο παιδί ήσουν Κώστα.

Ήσουν πάντα εκεί! Για όλα και για όλους, πάντα. Ξέρουμε όλοι ότι κάθε οικοδόμημα έχει την «κολώνα» του. Αυτή ήσουν εσύ, για τους συγγενείς, τους φίλους, τη γειτονιά μας και την πολύ μεγαλύτερη, την πολιτική μας «παρέα», για τους αναρίθμητους συντρόφους στο πέρασμα δεκαετιών και πρώτ’ απ’ όλα για την Ρούλα μας, την σύντροφό σου, το «περίεργο» κορίτσι που στάθηκε τόσα χρόνια δίπλα σου, έγινε ένα «κομμάτι» σου!

Ήσουν πάντα εκεί! Από μικρό παιδί, στους χωματόδρομους της γειτονιάς σου, στις «αόρατες» συνευρέσεις με την παλιά προσφυγιά της Δραπετσώνας, στις ηχηρές συνάξεις των εργατών της, στους καφενέδες με τους κουρασμένους αλλά όχι ηττημένους γερόντους.

Με τους νεολαίους -αυτής της θρυλικής και πολυ-τραγουδισμένης γειτονιάς-, που ανασηκώναν τα μανίκια, στις μικρές φάμπρικες, στα καρνάγια και τα γιαπιά, έτοιμα να αδράξουν τον κόσμο. Ένας απ’ αυτούς ήσουν κι’ εσύ. Και τον άδραξες τον κόσμο, τον «καβάλησες», κατάφερες να τον δεις και από «ψηλά» και από «χαμηλά» και βαθειά.

Ήσουν πάντα εκεί! Στις μάχες της καθημερινής ζωής για την επιβίωση, στις μικρές συνάξεις, σε κάθε είδους πολιτιστικά δρώμενα, στις συγκεντρώσεις, στις πορείες, τις διαμαρτυρίες, τις διαδηλώσεις, παντού όπου «μύριζε» αντίσταση, ανατροπή και επανάσταση και πάντα μέσα στην αγκαλιά των κομμουνιστικών ιδεών. Πάντα δίπλα στους ταλαιπωρημένους, τους φτωχούς, τους αδύναμους. Μ’ ένα χαμόγελο πάντα, δήλωνες την παρουσία σου, πάντα η σκέψη και τα χέρια σου απλωμένα, να βοηθήσουν ακόμη και στο πιο μικρό.!

Ήσουν πάντα εκεί! Χωρίς να ζητήσεις τίποτε και ποτέ. Στις χαρές και τις λύπες, στις στενοχώριες και τα γλέντια, στις βόλτες και τις εκδρομές, στα ανεπανάληπτα αποκριάτικα πάρτι σας με την Ρούλα, στις νίκες και τις ήττες. Όλοι σε ήξεραν στην γειτονιά μας και πολύ παραπέρα. Το «σπίτι» σου, (ξέρεις εσύ ποιο εννοώ), πάντα ανοιχτό, να χωρέσει, μαζώξεις, συναντήσεις, συνελεύσεις και ζωηρές συζητήσεις. Και ήσουν πάντα εκεί, να κατευνάσεις, να υποστηρίξεις, να ισορροπήσεις τα «ανισόρροπα». Δεν σε κούναγε τίποτα.

Ήσουν πάντα εκεί! ‘Έζησες πολλά, έδειχνες να μην έχεις παράπονα. Εγώ όμως έμεινα με ένα. Δεν κράτησες την υπόσχεσή σου ότι θα με συνόδευες τούτη την ‘Ανοιξη του 2020, σε μια «συνάντηση» με τον Γράμμο. Θα σε πήγαινα να περπατήσουμε στις πρασινάδες των βουνοπλαγιών και στα «κρυφά» τους οροπέδια, που «αποπνέουν» ακόμη τον ιδρώτα των χιλιάδων κοριτσιών και αγοριών, που πότισε, το ξαπλωμένο, κουρασμένο κορμί τους. Να περπατήσουμε στα χνάρια των «ξωτικών» του Δημοκρατικού Στρατού, που «πέταγαν» εκεί, από κορυφή σε κορυφή. Να ανέβουμε, στη θρυλική «252», να χαιρετίσουμε τα σχολιαρόπαιδα εκείνα, τα μεταμορφωμένα σήμερα σε «πουλιά» που κελαηδούν ακόμη αντάρτικες μελωδίες και δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε ποτέ. Δεν πειράζει που δεν τα καταφέραμε όμως αγαπημένε σύντροφε, εσύ και εκεί θα είσαι παρών.

Ψηλός, ευθύς, χαμογελαστός, «Κομισάριος» της «άλλης» ζωής, που από τα μικράτα σου, καρφώθηκε στο μυαλό και την ψυχή σου και δεν έφυγε ποτέ. ‘Ετσι να αναπαύεσαι αγαπημένε σύντροφε και…
Καλή αντάμωση, στα δικά μας …γουναράδικα!

25/04/’20
γ.ε.