Παρέμβαση ΔΥΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ στη διαβούλευση για το νέο ΕΣΔΑ

Α. Εισαγωγή
Η παρούσα διαδικασία αποτελεί παρωδία διαβούλευσης και έχει επιλεγεί συνειδητά προκειμένου να μην υπάρξει ουσιαστικός διάλογος και κριτική στο σχέδιο του νέου ΕΣΔΑ. Επιβεβαιώνεται ότι οι κρίσιμες αποφάσεις έχουν, ήδη, ληφθεί, με αποτέλεσμα η διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης να έχει καθαρά προσχηματικό χαρακτήρα. Παρόλα αυτά, επιλέξαμε να καταθέσουμε αυτήν την παρέμβαση, για να μην αφήσουμε κανένα περιθώριο σε ισχυρισμούς του τύπου ότι δεν υπήρξε αντίλογος στις συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές, εστιάζοντας στη διαχείριση των αστικών αποβλήτων και -αναγκαστικά- με συνοπτικό τρόπο.
Ξεκινούμε με δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις:
α) Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να τεκμηριώνεται στο σχέδιο του νέου ΕΣΔΑ είναι το αν και για ποιους λόγους υφίσταται ανάγκη αναθεώρησης του υφιστάμενου ΕΣΔΑ, που εγκρίθηκε το Δεκέμβρη του 2015. Η μόνη σχετική αναφορά που γίνεται -και αυτή επιδερμικά- αφορά στην αποτυχία εκπλήρωσης των στόχων του υφιστάμενου ΕΣΔΑ, διαπίστωση που είναι πέρα για πέρα αληθής. Εκείνο που αποκρύπτεται, όμως, είναι το γεγονός ότι οι στόχοι έμειναν ανεκπλήρωτοι, όχι επειδή εφαρμόστηκε το υφιστάμενο σχέδιο, αλλά επειδή η προηγούμενη κυβέρνηση το αγνόησε και το υπονόμευσε συνειδητά. Επιχειρώντας τη σκόπιμη αυτή συγκάλυψη, η κυβέρνηση της ΝΔ θεωρεί ότι έχει το αναγκαίο άλλοθι, για να ανατρέψει τις πιο σημαντικές από τις προβλέψεις του υφιστάμενου ΕΣΔΑ.
β) Εκφράζουμε, για μια ακόμη φορά, τις επιφυλάξεις και τη δυσπιστία μας στο πώς παρουσιάζονται και χρησιμοποιούνται βασικά μεγέθη στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων, με πιο χαρακτηριστικά αυτά που αναφέρονται στην ανάκτηση και στην ανακύκλωση. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, συνολικό ποσοστό ανάκτησης (με προδιαλογή και σε μονάδες επεξεργασίας) 21,6%, για το 2018, το οποίο δεν τεκμηριώνεται με αναλυτικά στοιχεία. Γίνεται λόγος για διαλογή στην πηγή του 5,7% των βιοαποβλήτων (139.244 τόνοι), επίσης αυθαίρετο, αφού στην περιφέρεια Αττικής τα προδιαλεγμένα οργανικά ήταν μόνο 1.750 τόνοι και τα κλαδέματα, 57.514 τόνοι. Γράφεται ότι στη μονάδα επεξεργασίας της Φυλής (ΕΜΑΚ) έγινε ανακύκλωση 190.524 τόνων οργανικών. Η αλήθεια είναι ότι από τις 317.040 τόνους εισερχομένων στο ΕΜΑΚ το 2018, τα ανακτηθέντα ανακυκλώσιμα ήταν 11.970 τόνοι και τα κάθε κατηγορίας και κακής ποιότητας οργανικά ήταν 62.029 τόνοι, τα περισσότερα των οποίων οδηγήθηκαν για ταφή ή για αποκαταστάσεις χωματερών. Ακόμη και αν συνυπολογίσουμε τις «απώλειες» της επεξεργασίας (αέριες εκπομπές, στραγγίσματα) τις 190.524 τόνους δεν τις προσεγγίζουν στο ελάχιστο. Άλλωστε, οι εποχές που άχρηστα «προϊόντα» του ΕΜΑΚ -ακόμη και το δευτερογενές καύσιμο RDF- επιδοτούνταν από το τέλος της ανακύκλωσης δεν είναι μακριά.
Β. Το υφιστάμενο ΕΣΔΑ και τα βασικά του χαρακτηριστικά
Για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε το σχέδιο του νέου ΕΣΔΑ, επιβάλλεται να παραθέσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του υφιστάμενου ΕΣΔΑ, στο οποίο -κάτω από πολύ ιδιαίτερες συνθήκες- έγινε δυνατό να ενσωματωθούν βασικές κινηματικές επιδιώξεις, όπως:
 Η κατοχύρωση του δημόσιου χαρακτήρα της διαχείρισης των αποβλήτων και η εγκατάλειψη της πρακτικής των συμπράξεων δημόσιου – ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ).
 Η έμφαση στην πρόληψη, στην επαναχρησιμοποίηση και στην ανάκτηση με διαλογή στην πηγή των υλικών, έναντι της ανάκτησης μέσω επεξεργασίας σύμμεικτων αποβλήτων.
 Ο χαρακτηρισμός ως μη επιλέξιμης της καύσης και των μεθόδων θερμικής ανάκτησης ενέργειας από δευτερογενή καύσιμα, που προέρχονται από επεξεργασία αποβλήτων.
 Η αποκέντρωση των υποδομών διαχείρισης, στη βάση της εγγύτητας στους χώρους παραγωγής των αποβλήτων, της μικρής κλίμακας, της ηπιότητας των δραστηριοτήτων και της οικονομικότητας του συστήματος.
 Ο καθορισμός των εξής στόχων για το 2020: ανάκτηση με προδιαλογή υλικών 50%, ανάκτηση υλικών μέσω μηχανικής επεξεργασίας 24%, υγειονομική ταφή 26%, με επιδίωξη το ποσοστό της ταφής να μειώνεται σταδιακά σε όφελος της ανάκτησης με προδιαλογή υλικών.
 Η καθιέρωση των τοπικών δημοτικών σχεδίων διαχείρισης αποβλήτων και η δημιουργία ισχυρού και εκτεταμένου δικτύου δημοτικών ή διαδημοτικών υποδομών ανακύκλωσης, ως βασικού εργαλείου για την επίτευξη των παραπάνω στόχων.
 Η χρηματοδοτική και αδειοδοτική υποστήριξη των δήμων, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στον παραπάνω ρόλο.
 Η ριζική αναδιάρθρωση του συστήματος ανακύκλωσης, με υλοποίηση των ξεχωριστών ρευμάτων, η επανεξέταση του ρόλου των συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης (ΣΕΔ) και η αντιμετώπιση του τέλους ανακύκλωσης ως δημόσιου πόρου, για την περαιτέρω ανάπτυξη της ανακύκλωσης και της προδιαλογής των υλικών.
 Ο εξορθολογισμός του κόστους των υπηρεσιών διαχείρισης των αποβλήτων και η προώθηση περιβαλλοντικά και οικονομικά βιώσιμων επενδύσεων, με στόχο τη θεσμοθέτηση ανταποδοτικού οφέλους προς τον πολίτη από την ανακύκλωση.
Γ. Η μη υλοποίηση των στόχων του ΕΣΔΑ είναι καθαρά πρόβλημα πολιτικής διαχείρισης
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι στόχοι του υφιστάμενου ΕΣΔΑ παραμένουν ανεκπλήρωτοι. Ως προς αυτούς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πενταετία 2016-2020 ήταν περίοδος στασιμότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ -επί των ημερών της οποίας εγκρίθηκε το υφιστάμενο ΕΣΔΑ- όχι μόνο δεν το υποστήριξε, αλλά κατά κανόνα το υπονόμευσε. Συνέχισε την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων (με και χωρίς ΣΔΙΤ), αντί της ανακύκλωσης πριμοδότησε τις μονάδες επεξεργασίας και τους χώρους ταφής, ενθάρρυνε τις πρακτικές της καύσης, άφησε άθικτο το φαύλο καθεστώς της ανακύκλωσης, δε στήριξε τους δήμους στην προσπάθεια των ήπιων αποκεντρωμένων δράσεων, δεν ανέλαβε τις νομοθετικές και διοικητικές πρωτοβουλίες για να επιλύσει χωροταξικά και διαχειριστικά προβλήματα της αποκεντρωμένης διαχείρισης.
Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι η μη υλοποίηση των στόχων του υφιστάμενου ΕΣΔΑ δεν οφείλεται στο περιεχόμενό του, αλλά στην πολιτική διαχείρισή του από την προηγούμενη και την τωρινή κυβέρνηση, φυσικά. Θεωρούμε ότι αυτό που προέχει είναι η περαιτέρω ισχυροποίησή του, η εξάλειψη ορισμένων αντιφάσεων που το χαρακτηρίζουν (όπως κάποια «παράθυρα» στην ενεργειακή αξιοποίηση των αποβλήτων), η συγκεκριμενοποίηση των μέτρων που είναι απαραίτητα για την υλοποίηση της αποκέντρωσης, η ανακοπή του κύματος της ιδιωτικοποίησης και, φυσικά, η επιβεβλημένη αναθεώρηση των στόχων, ως προς το χρόνο της υλοποίησής τους (ορισμένες πιο συγκεκριμένες προτάσεις παραθέτουμε στο τέλος).
Δ. Η γενική κατεύθυνση του σχεδίου του νέου ΕΣΔΑ
Η μη υλοποίηση των στόχων του ΕΣΔΑ αξιοποιείται από την κυβέρνηση της ΝΔ, όχι για να αναδείξει τα πραγματικά αίτια, αλλά για να πλήξει το περιεχόμενό του, καλλιεργώντας μια ακραία ρεβανσιστική πολιτική, εξόφθαλμα φιλική και εξυπηρετική στα εργολαβικά συμφέροντα, που λυμαίνονται τον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων. Ως βασικό
επικοινωνιακό εργαλείο χρησιμοποιείται η υπόσχεση για ουσιαστικό περιορισμό της ταφής, με τέτοιο τρόπο μάλιστα, ώστε να γίνεται εύπεπτη η αποδοχή παρωχημένων και επικίνδυνων πρακτικών, όπως αυτές της καύσης. Η γενική κατεύθυνση του σχεδίου του νέου ΕΣΔΑ αποτυπώνεται στις εξής επιλογές:
1. Υιοθετείται ένα συντηρητικό και στατικό πλέγμα στόχων, ιδιαίτερα αν πάρουμε υπόψη ότι η υλοποίησή τους μετατίθεται από το 2020, στο 2030.
2. Οι στόχοι γίνονται ελάχιστα πιο ελκυστικοί, μόνο με την εφαρμογή σεναρίων ενεργειακής αξιοποίησης – καύσης και μόνο ως προς το ποσοστό της ταφής.
3. Επανέρχεται δριμύτερος ο συγκεντρωτισμός, με βαρύνοντα το ρόλο του αρμόδιου υπουργείου και των υπουργείων που σχετίζονται με τη διαχείριση των οικονομικών πόρων και των επενδύσεων. Οι τοπικές δράσεις, όσο και όπου θα αναπτύσσονται, θα είναι κάτω από τη «σκέπη» υπερτοπικών φορέων ή και των ίδιων των εργολάβων, απευθείας.
4. Επιχειρείται η βίαιη και ταχεία ιδιωτικοποίηση των τμημάτων του τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων που για την ώρα διαχειρίζονται οι ΟΤΑ και οι διαδημοτικοί φορείς διαχείρισης.
5. Στο καθαρά διαχειριστικό κομμάτι, η επίτευξη των στόχων του ΕΣΔΑ επιδιώκεται κυρίως μέσω της ανάπτυξης μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων αποβλήτων (ΜΕΑ) και ενός δικτύου μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης (συμπεριλαμβανομένων των τσιμεντοβιομηχανιών), που θα χρησιμοποιούν υπολείμματα επεξεργασίας αποβλήτων ή/και δευτερογενή καύσιμα. Ειδικότερα, προβλέπεται να λειτουργήσουν 3-4 μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η κατασκευή αντίστοιχων μονάδων, εντός των ίδιων των ΜΕΑ, αν αυτό προκριθεί από τα οικεία ΠΕΣΔΑ ή/και τους οικείους ΦΟΔΣΑ. Με βάση όλα αυτά, η ενεργειακή αξιοποίηση αποτελεί βασικό εργαλείο του νέου ΕΣΔΑ.
Ε. Κριτική βασικών σημείων του ΕΣΔΑ για τα αστικά απόβλητα
1. Συντηρητικοποίηση στόχων
Ο υφιστάμενος ΕΣΔΑ προέβλεπε για το 2020 προδιαλογή υλικών σε ποσοστό 50%, ανάκτηση υλικών από μηχανική επεξεργασία 24% (δηλαδή, συνολική ανάκτηση 74%) και ταφή του υπόλοιπου 26%. Η στοχοθεσία αυτή έχει ένα δυναμικό χαρακτήρα, αφού προβλέπει σταδιακή αύξηση του ποσοστού της προδιαλογής και αντίστοιχη μείωση των δύο άλλων, μέχρι το ποσοστό της ταφής να κατέβει κάτω από το 10%, μέσα σε εύλογο χρόνο.
Το σχέδιο του νέου ΕΣΔΑ, στο βασικό του σενάριο για το 2030 προβλέπει συνολική ανάκτηση ανακυκλούμενων υλικών σε ποσοστό 69,87%, δευτερογενή καύσιμα 7,58% και ταφή 22,55%. Η πολυδιαφημισμένη μείωση της ταφής σε ποσοστό κάτω του 10%, περιέχεται σε εναλλακτικά σενάρια, με πολύ πιο εκτεταμένη τη δραστηριότητα της καύσης, όπου η συνολική ανάκτηση ανακυκλούμενων υλικών θα είναι 63,12%, τα δευτερογενή καύσιμα 26,97% και η ταφή 9,91%. (υπάρχουν και άλλα δύο παρεμφερή σενάρια).
Είναι προφανές ότι πρόκειται για πολύ πιο συντηρητική επιλογή στόχων, που ακυρώνει τις διακηρύξεις για κυκλική οικονομία, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι αναφερόμαστε σε βάθος δεκαετίας. Το σημαντικότερο είναι ότι πρόκειται για σενάρια στατικά, αφού η υιοθέτηση μεθόδων καύσης απαιτεί -ιδιαίτερα όταν έχουμε ΣΔΙΤ- σταθερές ποσότητες καυσίμων, πράγμα που σημαίνει ότι στην πράξη υπάρχει πλαφόν στην προδιαλογή των υλικών. Καλό θα ήταν να ληφθεί υπόψη η εμπειρία των ευρωπαϊκών χωρών, που εφάρμοσαν παρόμοιες πρακτικές πριν από πολλά χρόνια, οι οποίες τώρα βρίσκονται αντιμέτωπες με την αδυναμία τροφοδότησης των μονάδων καύσης με πρώτη ύλη, αναζητώντας σκουπίδια από άλλες χώρες. Αυτή είναι η αποτυχία της συγκεκριμένης αντίληψης και είναι κάπως προκλητικό να θεωρεί η κυβέρνηση ότι
θα την εισπράξουμε ως πανάκεια. Δεν είναι της παρούσης, αλλά αξιοποιούμε την ευκαιρία για να επισημάνουμε ότι τοπικιστικές αντιλήψεις του τύπου «ποτέ και πουθενά ΧΥΤΑ» ή «να στέλνουμε τα υπολειμματικά σύμμεικτα για καύση στο εξωτερικό» έχουν δώσει «χείρα βοηθείας» στις συντηρητικές και φιλοεργολαβικές κρατικές πολιτικές.
Θα το πούμε απερίφραστα: προτιμούμε για μια συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο να έχουμε μεγαλύτερα ποσοστά ταφής, αν αυτό πρόκειται να οδηγήσει σε μεγιστοποίηση της ανακύκλωσης και σε καθεστώς μηδενικών -ουσιαστικά- αποβλήτων, από το να έχουμε δεσμευτικά όρια στην ανακύκλωση και, ταυτόχρονα, όλες τις περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της καύσης.
2. Συγκεντρωτισμός
Το σχέδιο του νέου ΕΣΔΑ αποπνέει πολύ έντονο συγκεντρωτισμό, μια γεύση του οποίου είχαμε πάρει, σχετικά πρόσφατα, με τη ψήφιση των τροπολογιών για τις διαδικασίες έγκρισης των περιφερειακών και του εθνικού σχεδίου διαχείρισης αποβλήτων. Ουσιαστικά, υποκαθιστά τα περιφερειακά (ΠΕΣΔΑ) και, σε ένα βαθμό, τα τοπικά σχέδια των δήμων, αφού προσδιορίζει αναλυτικά τις περιφερειακές ή/και τις διαδημοτικές υποδομές, που αποτελούν αντικείμενο των ΠΕΣΔΑ. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η παρακάτω αναφορά (σελ. 74), που ανοίγει την πόρτα για μεταφορά αποβλήτων από περιφέρεια σε περιφέρεια:
«Τονίζεται ιδιαίτερα η δυνατότητα διαπεριφερειακής συνεργασίας για την ανάπτυξη ή/και τη χρήση και την αξιοποίηση του παραπάνω δικτύου βασικών υποδομών, εφόσον οι κατά περίπτωση συνθήκες το ευνοούν ή το επιβάλλουν. Η υλοποίηση της δυνατότητας διαπεριφερειακής συνεργασίας εναπόκειται στα οικεία ΠΕΣΔΑ ή/και στους οικείους ΦΟΔΣΑ, όμως μπορεί αυτό να γίνει και με πρωτοβουλία του ΥΠΕΝ, εφόσον κριθεί απαραίτητο.Οι αποφάσεις του ΥΠΕΝ στην περίπτωση αυτή θα κατισχύουν έναντι των υπολοίπων. Στην περίπτωση αυτή το ΥΠΕΝ μπορεί να προχωρήσει τόσο στη λήψη της σχετικής απόφασης, όσο και σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίησή της, όπως -ενδεικτικά- η ωρίμανση σχετικών έργων.»
Η τάση αυτή εκφράζεται, επίσης, με αυθαίρετες αλλαγές στα υφιστάμενα ΠΕΣΔΑ, όπου οι περιφερειακές διοικήσεις ή οι φορείς διαχείρισης είναι πολιτικά ελεγχόμενοι, πριν ακόμη από την έγκριση του νέου ΕΣΔΑ και πριν ακόμη από την αναθεώρηση των ΠΕΣΔΑ. Κραυγαλέο παράδειγμα αποτελεί η προώθηση της κατασκευής στη Φυλή νέας φαραωνικής μονάδας επεξεργασίας και καύσης, που δεν προβλέπεται από τον υφιστάμενο ΠΕΣΔΑ. Σε μικρότερη κλίμακα θα μπορούσαμε να επισημάνουμε το παράδειγμα της Σαντορίνης, όπου ο κ. Χατζηδάκης εξήγγειλε μονάδα επεξεργασίας, χωρίς να υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο ισχύον ΠΕΣΔΑ της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω αποσπάσματα:
«Αναμόρφωση θεσμικού πλαισίου ΦΟΔΣΑ με στόχο -μεταξύ άλλων-την ενίσχυσή τους, την ενδεχόμενη περαιτέρω μείωση του αριθμού τους, τη διερεύνηση επέκτασης των αρμοδιοτήτων τους σε άλλα αντικείμενα και σε άλλα ρεύματα (όπως δυνατότητα δημιουργίας πράσινων σημείων, ΚΔΕΥ, ΧΥΤΕΑ, εγκαταστάσεων διαχείρισης ΜΠΕΑ)» (σελ. 105)
«Απλοποίηση και επιτάχυνση αδειοδότησης εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων» (σελ. 108)
«Έκδοση διάταξης για δυνατότητα αρμόδιων Φορέων (ιδίως ΦΟΔΣΑ/ ΟΤΑ) να δρομολογούν και να υλοποιούν δράσεις που δεν προβλέπονται από τα ισχύοντα ΠΕΣΔΑ αλλά συνάδουν με τις προβλέψεις του παρόντος ΕΣΔΑ, μέχρι την έγκριση των νέων ΠΕΣΔΑ, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του ΥΠΕΝ» (σελ. 111)
Η τάση του συγκεντρωτισμού εκφράζεται ακόμη και στις αυτονόητα θεωρούμενες τοπικές δράσεις, όπως αυτές της προδιαλογής ανακυκλώσιμων και οργανικών υλικών. Στην περιφέρεια Αττικής, στήνεται συστηματικά ένα δίκτυο διαχείρισης ανακυκλώσιμων και οργανικών υλικών από τον ίδιο το φορέα διαχείρισης (ΕΔΣΝΑ), που με τη σειρά του το μεταβιβάζει στους εργολάβους, με τους οργανισμούς της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης να είναι αμέτοχοι, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας τους και λόγω της απουσίας πολιτικής βούλησης να αντισταθούν σε αυτούς τους σχεδιασμούς. Πιθανότατα και η διαλογή στην πηγή θα είναι υπόθεση των ΣΕΔ και όχι των δήμων:
«Υλοποίηση της χωριστής συλλογής, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό, οικονομικά βιώσιμο και αποφέρει τα βέλτιστα περιβαλλοντικά αποτελέσματα, τουλάχιστον για το χαρτί, τα μέταλλα, τα πλαστικά και το γυαλί, με σταδιακή επέκταση της χωριστής συλλογής ανά υλικό από το/τα οικεία ΣΕΔ, με στόχο η χωριστή συλλογή να επεκταθεί σε όλο το έδαφος της Ελληνικής επικράτειας μέχρι το 2025» (σελ. 117)
Η λογική της αποκέντρωσης αντιμετωπίζεται εχθρικά, παρότι όλα τα υφιστάμενα ΠΕΣΔΑ την έχουν σαν σημείο αφετηρίας, καθώς είναι προσαρμοσμένα στο ισχύον ΕΣΔΑ. Δεν είναι ότι σε καθεστώς αποκεντρωμένης διαχείρισης αποκλείεται εξ ορισμού η διείσδυση του ιδιωτικού κεφαλαίου, αλλά είναι πολύ πιο αποδοτικός ο έλεγχος και η συνδιαλλαγή πολιτικών και εργολάβων, όταν ο σχεδιασμός και η ανάθεση των έργων γίνεται σε κεντρικό επίπεδο. Για τον ίδιο λόγο είναι πολύ πιο εύκολη και αποτελεσματική η διαχείριση των χρηματοδοτικών εργαλείων και των πόρων, με τρόπο που πολλές φορές συμβάλλει στη δημιουργία πολιτικών δεσμεύσεων.
Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και τη διαπίστωση ότι δεν προβλέπεται η κατασκευή νέας μονάδας αποτέφρωσης επικίνδυνων υγειονομικών αποβλήτων, πέραν αυτής που λειτουργεί στην εγκατάσταση της Φυλής και εξυπηρετεί τις ανάγκες ολόκληρης της χώρας.
3. Επιδίωξη ολοκληρωτικής ιδιωτικοποίησης του τομέα διαχείρισης αποβλήτων
Η ιδιωτικοποίηση (και) του τομέα διαχείρισης των αποβλήτων είναι ιδεολογικό χαρακτηριστικό του συντηρητικού πολιτικού χώρου, οπότε και δεν ξενίζει η εμμονή σε αυτήν την επιδίωξη. Ούτε και εμφανίζεται για πρώτη φορά. Εδώ και πολλά χρόνια και με διάφορους τρόπους υλοποιείται σε μεγάλο μέρος του τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων, παρά τη γενική εντύπωση που υπάρχει για το αντίθετο. Το νέο στοιχείο στο υπό συζήτηση σχέδιο του ΕΣΔΑ είναι η προσπάθεια της ολοκληρωτικής ιδιωτικοποίησης του τομέα της διαχείρισης αποβλήτων. Η γενικότερη κυβερνητική πολιτική νομιμοποίηση εκφράζεται και στο σχέδιο του νέου ΕΣΔΑ, όπου αναφέρεται:
«Δίνει τη δυνατότητα και προτρέπει όλους τους δημόσιους φορείς της διαχείρισης αποβλήτων, για συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Αυτό αφορά όλα τα επίπεδα διαχείρισης των αποβλήτων (όπως συλλογή, διαλογή, επεξεργασία),εφόσον η συνεργασία αυτή επιτυγχάνει ικανοποιητικό λόγο ποιότητας-κόστους παροχής υπηρεσιών, προς όφελος των πολιτών και του περιβάλλοντος. Στα έργα που θα υλοποιηθούν εφεξής με ΣΔΙΤ, εφόσον επιλεγεί να τεθούν ελάχιστες εγγυημένες ποσότητες, αυτές θα πρέπει να συνάδουν με τους στόχους του ΕΣΔΑ και της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας για την κυκλική οικονομία.» (σελ.5)
Από την άλλη, όλο το μοντέλο της διαχείρισης είναι τέτοιο που οδηγεί αναγκαστικά στην ιδιωτικοποίηση. Ο συγκεντρωτισμός, οι μεγάλες και σύνθετες μονάδες επεξεργασίας και
καύσης, η κεντρική διαχείριση ακόμη και των δράσεων ανακύκλωσης υλικών και προδιαλογής οργανικών, η υποχρηματοδότηση των δήμων, ακόμη και η «από τα πάνω» επιβολή αμφίβολης αξιοπιστίας συστημάτων διαχείρισης (π.χ. Ανταποδοτική Ανακύκλωση) είναι επιλογές που πριμοδοτούν απροκάλυπτα την εμπλοκή των εργολάβων και αποθαρρύνουν, αν δεν καθιστούν αδύνατη, την εμπλοκή των δήμων.
Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει ούτε τη μείωση του κόστους διαχείρισης, ούτε τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η πρόσφατη απένταξη της χρηματοδότησης από την ΕΕ του έργου ΣΔΙΤ διαχείρισης των αποβλήτων της περιφέρειας Πελοποννήσου είναι ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα που αναδεικνύει τη σπατάλη δημόσιων πόρων. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, σχετίζεται με την καθήλωση των στόχων της συνολικής ανάκτησης, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ΣΔΙΤ, γι’ αυτό και δεν είναι τυχαία η αναφορά στις ελάχιστες εγγυημένες ποσότητες στο τελευταίο απόσπασμα που παραθέσαμε. Ακόμη πιο ενδεικτικά είναι τα τραγικά ποσοστά στους τομείς της προδιαλογής και ανακύκλωσης υλικών, τομείς στους οποίους κυριαρχούν και τους ελέγχουν τα ιδιωτικά «συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης» (ΣΕΔ).
Ας αναρωτηθούμε ποιος ωφελείται από το γεγονός ότι το 80% των πόρων κατευθύνεται σε υποδομές διαχείρισης σύμμεικτων αποβλήτων, δηλαδή σε ΜΕΑ – μονάδες καύσης και σε χώρους ταφής, ενώ μόλις το 10% στα δίκτυα χωριστής συλλογής. Είναι προφανές υποθέτουμε ότι τα νέα κατασκευαστικά και λειτουργικά κόστη τόσων μονάδων δεν πρόκειται να αντισταθμιστούν από τη μείωση των τελών ταφής, λόγω των μειωμένων ποσοτήτων που θα θάβονται. Εκτίμησή μας, για τα δεδομένα της περιφέρειας Αττικής, είναι ότι το κόστος διαχείρισης/τόνο αστικών στερεών αποβλήτων θα διπλασιαστεί.
4. Οι μονάδες επεξεργασίας και καύσης βάζουν φρένο στην προδιαλογή
Το σχέδιο του ΠΕΣΔΑ παραθέτει μια μακριά λίστα μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων απορριμμάτων, των οποίων η λειτουργία έχει συνδεθεί με την παραγωγή δευτερογενών καυσίμων, που θα χρησιμοποιηθούν σαν εναλλακτικό καύσιμο στη βιομηχανία (κυρίως, στην τσιμεντοβιομηχανία) ή σαν πρώτη ύλη για καύση σε ειδικές μονάδες για αποκλειστική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (ακόμη και σαν ΑΠΕ), καθώς επιβεβαιώνεται η εκτίμησή μας ότι η δυνατότητα απορρόφησης της τσιμεντοβιομηχανίας έχει συγκεκριμένα όρια. Αξίζει να σημειώσουμε ότι συζήτηση δε γίνεται για την καύση μόνο δευτερογενών καυσίμων αλλά και των υπολειμμάτων των μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων και των μονάδων επεξεργασίας βιοαποβλήτων.
Έτσι όπως προδιαγράφονται οι συγκεκριμένες υποδομές θεωρούμε ότι αντιμάχονται την προδιαλογή των υλικών και την προσέγγιση του στόχου της κοινωνίας των μηδενικών αποβλήτων. Είναι προφανές ότι, για να είναι βιώσιμη -από οποιαδήποτε σκοπιά- η διαδικασία της καύσης, θα χρειάζονται σταθερά επαρκείς ποσότητες «πρώτης ύλης», πράγμα που σημαίνει καθήλωση σε χαμηλά επίπεδα της προδιαλογής των υλικών, αλλά και της ανακύκλωσης από τη μηχανική επεξεργασία. Ταυτόχρονα, θα εκτοξευθεί το κόστος διαχείρισης και θα δημιουργηθούν πρόσθετοι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, χωρίς να είναι διασφαλισμένη η συμβατότητά της με την ισχύουσα ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία, αφού χρειάζεται να επιτυγχάνεται ένας υψηλός βαθμός ενεργειακής απόδοσης, για να μη θεωρείται ισοδύναμη με την ταφή.
Με βάση τα παραπάνω και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, το ΔΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ στην πρότασή του επιλέγει να μην συμπεριλάβει διαδικασία ενεργειακής αξιοποίησης – καύσης, εμμένοντας στην πλέον ωφέλιμη -περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά- αλυσίδα: πρόληψη – επαναχρησιμοποίηση – ανακύκλωση με προδιαλογή στην πηγή – περαιτέρω ανάκτηση με μηχανική επεξεργασία – τελική διάθεση, με τα πρώτα στάδια να κερδίζουν διαρκώς έδαφος, σε βάρος των τελευταίων.
Επειδή καλλιεργείται μια σκόπιμη σύγχυση, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική μέθοδος επεξεργασίας των υπολειμματικών σύμμεικτων. Έχουμε επιλέξει να συμπεριλάβουμε τη μηχανική επεξεργασία στην πρότασή μας, με την προϋπόθεση ότι κύρια επιδίωξη είναι η μεγιστοποίηση της ανάκτησης ανακυκλούμενων υλικών (όχι η παραγωγή δευτερογενών καυσίμων και υποβαθμισμένου οργανικού υλικού – CLO) και ότι υπάρχει η ευελιξία της προσαρμογής σε συνεχώς μειούμενες ποσότητες των εισερχόμενων υπολειμματικών σύμμεικτων και της υποδοχής ρευμάτων ανακυκλώσιμων υλικών για περαιτέρω διαχωρισμό. Για το λόγο αυτό μας βρίσκει ριζικά αντίθετους ο συγκεκριμένος σχεδιασμός του σχεδίου του νέου ΕΣΔΑ.
Είναι ψευδής ο ισχυρισμός ότι η καύση είναι το αντίδοτο στην ταφή. Στην πραγματικότητα το αντίδοτο στην ταφή είναι η μεγιστοποίηση της ανάκτησης, διαδικασία η οποία μας απαλλάσσει ταυτόχρονα και από ένα βασικό παράγοντα αύξησης του κόστους και των περιβαλλοντικών κινδύνων, την καύση.
5. Δέσμια των ιδιωτικών συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης (ΣΕΔ) η ανακύκλωση
Για μια ακόμη φορά, παραμένουν ανεφάρμοστες οι υποχρεώσεις της χώρας μας για εκτεταμένη και καθολική εφαρμογή της συλλογής στα ξεχωριστά βασικά ρεύματα ανακυκλώσιμων υλικών, ενώ η όλη διαχείριση εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια των ιδιωτικών συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης (ΣΕΔ), με τάση παραπέρα επέκτασης. Διατηρείται ο μπλε κάδος για «ανακυκλώσιμα» και προστίθεται κίτρινος για χαρτί. Επίσης, διατηρούνται οι κώδωνες του γυαλιού και εισάγεται ο καφέ κάδος για τα βιοαπόβλητα. Η δέσμευση για διαλογή σε διακριτά ρεύματα που υπάρχει στον υφιστάμενο ΕΣΔΑ και στους ΠΕΣΔΑ μετατίθεται για το 2025.
«Υλοποίηση της χωριστής συλλογής, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό, οικονομικά βιώσιμο και αποφέρει τα βέλτιστα περιβαλλοντικά αποτελέσματα, τουλάχιστον για το χαρτί, τα μέταλλα, τα πλαστικά και το γυαλί, με σταδιακή επέκταση της χωριστής συλλογής ανά υλικό από το/τα οικεία ΣΕΔ, με στόχο η χωριστή συλλογή να επεκταθεί σε όλο το έδαφος της Ελληνικής επικράτειας μέχρι το 2025» (σελ. 117)
Η προδιαλογή των βιοαποβλήτων, παρότι είναι υπόθεση κρίσιμης σημασίας, αντιμετωπίζεται με εξαιρετική προχειρότητα. Υποβαθμίζεται τελείως η ενημέρωση και η προετοιμασία των πολιτών και των δήμων και όλη η προσοχή είναι στραμμένη στην κατασκευή των μονάδων και στην προμήθεια και διανομή υλικού (κάδοι, οχήματα). Η εμπειρία μας από την περιφέρεια της Αττικής είναι αρνητική, εξελίσσεται σε υπόθεση εργολαβικών αναθέσεων και μας φέρνει στη δυσάρεστη θέση να προβλέψουμε ότι η όλη υπόθεση θα οδηγηθεί σε ένα μεγαλοπρεπές φιάσκο, το οποίο και θα μας κοστίσει ακριβά και θα δυσφημίσει την ίδια την ιδέα της προδιαλογής των οργανικών.
Ορισμένες προτάσεις,
που αφορούν στην πρόληψη και στην οργάνωση της διαλογής στην πηγή, προϋποθέτουν ότι η διαχείριση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους Δήμους και είναι οι εξής:
1. Πρόληψη
Σύνδεση της κατά κεφαλήν παραγωγής σύμμεικτων απορριμμάτων με το τέλος διάθεσης σε ΜΕΑ ή ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ. Με το σημερινό καθεστώς της ΚΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΔΑΠΠ/31606/930 και με τον τρόπο που εφαρμόστηκε (π.χ. από τον ΕΣΔΝΑ), χρεώνονται με χαμηλότερο τέλος ταφής, οι κάτοικοι των «ακριβών» περιοχών της Αττικής, παρότι παράγουν πολλαπλάσια σύμμεικτα απορρίμματα κατά κεφαλήν!
2. Διαλογή στην πηγή, σε επίπεδο δήμου:
2.1. Δυνατότητα των Δήμων να διαθέτουν τα προδιαλεγμένα υλικά ανακύκλωσης, γεγονός που σήμερα όχι μόνο δεν ενθαρρύνεται αλλά κοστολογείται με βάση την προαναφερθείσα ΚΥΑ, όπως εφαρμόστηκε, για παράδειγμα, στη νέα τιμολογιακή πολιτική του ΕΣΔΝΑ με την οποία κοστολογεί τα προδιαλεγμένα ανακυκλώσιμα. Αυτή η δυνατότητα θα υπάρξει μόνο εφόσον οι Δήμοι εισπράττουν για τις ποσότητες ανακυκλώσιμων που συλλέγουν, την αναλογούσα εισφορά ανακύκλωσης, που καταβάλουν οι καταναλωτές αλλά τη διαχειρίζονται αδιαφανώς τα ιδιωτικά ΣΕΔ/ΚΔΑΥ.
2.2. Δυνατότητα των Δήμων να συλλέγουν διακριτά τα βιοαπόβλητα, με τη διάθεση επιπλέον ειδικού εξοπλισμού και να τα οδηγούν σε μονάδες κομποστοποίησης, που είναι απλές τεχνολογικά και πρέπει να χωροθετηθούν και να δημιουργηθούν άμεσα ως υποδομές πρώτης προτεραιότητας, περιορίζοντας τις ανάγκες δημιουργίας μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων.
2.3. Δυνατότητα των Δήμων να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν αποτελεσματικά προγράμματα ΔσΠ σημαίνει σχεδιασμός και υλοποίηση των αναγκαίων υποδομών (από αμαξοστάσια, ΣΜΑΥ, πράσινα σημεία, αποθήκες κ.λπ.), γεγονός που προϋποθέτει άρση των χωροταξικών και πολεοδομικών εμποδίων. Η έλλειψη ειδικής πρόβλεψης αυτών των χρήσεων (σε αντίθεση π.χ. με τους υποσταθμούς της ΔΕΗ), έχουν επιβάλει τη λειτουργία παράνομων υποδομών κοινής ωφέλειας και αποτελούν το σοβαρότερο παράγοντα ανάσχεσης της ορθολογικής διαχείρισης απορριμμάτων από τους Δήμους.
2.4. Είναι κρίσιμο να υλοποιηθούν υποδομές και εργοστάσια ανακύκλωσης και επεξεργασίας. Η ανακύκλωση πρέπει να γίνεται κατά το δυνατόν σε επίπεδο χώρας, για λόγους
 δυνατότητας απρόσκοπτης διάθεσης των ανακυκλώσιμων που να μην εξαρτάται από άλλους παράγοντες όπως τώρα που η ανακύκλωση -ιδιαίτερα των πλαστικών- έχει μπλοκάρει λόγω της άρνησης της Κίνας και άλλων χωρών να παραλαμβάνουν ανακυκλώσιμα και της πτώσης της τιμής του πετρελαίου
 μείωσης της ρύπανσης που προκαλούν οι μεταφορές αποβλήτων
 δημιουργίας τοπικών μονάδων επεξεργασίας και θέσεων απασχόλησης
 προστασίας του πλανήτη και των χωρών που αναλαμβάνουν τη διαχείριση των ανακυκλώσιμων υλικών χωρίς τις αντίστοιχες υποδομές με αποτέλεσμα να προκαλείται ανεξέλεγκτη διάθεση
 αποφυγής της παράνομης διακίνησης επικινδύνων αποβλήτων
Κλείνοντας να επισημάνουμε για μια ακόμη φορά ότι οι λύσεις στο πρόβλημα της διαχείρισης των απορριμμάτων δε στηρίζονται κυρίως σε τεχνολογικές, επιστημονικές ή τεχνοκρατικές λύσεις αλλά σε πολιτικές αποφάσεις. Το μοντέλο της αποκεντρωμένης διαχείρισης, στηριγμένο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, με κοινωνική συμμετοχή και έλεγχο και με ολοένα και μεγαλύτερη μείωση των αποβλήτων, είναι αυτό που εξασφαλίζει το χαμηλότερο οικονομικό και
περιβαλλοντικό κόστος, τις περισσότερες θέσεις εργασίας και τη μεγαλύτερη διαφάνεια. Και είναι σε πλήρη αντιδιαστολή με το μοντέλο της συγκεντρωτικής, αδιαφανούς και ιδιωτικοποιημένης διαχείρισης, που στηρίζεται στις μεγάλες ποσότητες σύμμεικτων αποβλήτων, στις πανάκριβες τεχνολογίες και στην περιβαλλοντική υποβάθμιση και προωθείται από το παρόν ΕΣΔΑ.

20/8/2020

ΔΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ
Συντονισμός φορέων, συλλογικοτήτων και πολιτών Δ. Αττικής – Δ. Αθήνας
oxixytafilis.blogspot.com – oxi.xyta.filis@gmail.com – f/b: Δυτικό Μέτωπο